ΠΕΡΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ...

Σεισμός. Ούτε που ξέραμε ότι θα ‘ρθει, αλλά ούτε και μας ρώτησε. Με βρήκε στο σχολείο. Όλα άλλαξαν γρήγορα. Την ώρα εκείνη μαθαίναμε υπολογιστές. Όχι σε πραγματικό κομπιούτερ, αλλά στον πίνακα. Κάναμε την κίνηση “Restart”. «“Restart” κάνουμε όταν δεν έχουμε άλλη επιλογή να επαναφέρουμε σε λειτουργία τον υπολογιστή μας». Έτσι έλεγε ο καθηγητής. Έτσι ένιωσα κι εγώ. Ότι έκανα “Restart”.Μέρες κλειστά τα πάντα στο χωριό. Τώρα είμαι στο λεωφορείο και κατευθύνομαι στην πόλη. Γνωστό το δρομολόγιο. Με πήρε ένας κύριος που κάτι συνεννοήθηκε με τους γονείς μου και τον δάσκαλό μου. Πού πήγαινα ούτε που ήξερα, αλλά η αλήθεια είναι ότι, ούτε και που ρώτησα! Όλα έγιναν ξαφνικά. Ήρθε, μίλησε με τους γονείς μου,  με έντυσαν, με πήρε, μπήκαμε στο λεωφορείο και... δρόμο! Έτσι ξαφνικά, όπως ο σεισμός.Φτάσαμε στην πόλη. Για την ακρίβεια στο αεροδρόμιο. Ξέχασα να σας πω ότι σε όλη τη διαδρομή, με τον κύριο που με πήρε μαζί του, δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Μιλούσε στο κινητό του. Πολύ. Ασταμάτητα. Σε πολλές γλώσσες. Με ποιον και γιατί ούτε που ξέρω, ούτε που μου είπε κάτι. Στο αεροδρόμιο μας περίμεναν άλλοι δύο. Και ένας φωτογράφος. Εκεί, μόλις μπήκαμε στο χώρο του αεροδρομίου, με πήγαν στην τουαλέτα και με έπλυναν στο νιπτήρα. Μετά έπλυναν τα χέρια τους με ένα μπλε παχύρρευστο υγρό. Μπήκαμε στο αεροπλάνο. Άγνωστος κόσμος για μένα. Όπως και το αεροδρόμιο. Στο χωριό μου δεν είχε τέτοια. Το είχα δει όμως στην τηλεόραση. Ήταν ωραία. Ο ένας κύριος μου έδωσε ένα χαρτί που έλεγε «PARIS». Μου είπε να το κρατάω σφιχτά. Έτσι κι έκανα. Το «PARIS» κάτι μου θύμιζε. Μάλλον μια πόλη... Ναι, ήμουν σίγουρος! Ήταν πόλη της Ευρώπης. Το είχαμε μάθει στη Γεωγραφία.Στο αεροπλάνο σκεφτόμουν συνέχεια το χωριό, τους φίλους μου, τα παιδιά που μετά το σεισμό διάλεξαν να είναι κάτω από τα χαλάσματα. Έτσι μου είπε ο μπαμπάς μου. Ότι διάλεξαν να είναι εκεί, ότι μετά το σεισμό προτίμησαν να μείνουν εκεί, από κάτω. Εγώ πάλι αυτή την επιλογή δεν την είχα καταλάβει... Περίμενα πώς και πώς να το μετανιώσουν και να βγουν και πάλι έξω για να παίξουμε. Ωραίο ήταν το χωριό...Τελικά ποιος ήταν αυτός που με πήρε; Μήπως αστυνομικός; Δεν είχα κάνει κάτι κακό. Μόνο τον παππού και τη γιαγιά μου έκλεβα. Σιγά! Τίποτα σπουδαίο. Πού να με πήγαιναν; Θα έδειχνε... Εκεί μέσα στις μαύρες αυτές σκέψεις ήρθε ο ύπνος. Έμεινε αρκετή ώρα και έφυγε όταν άκουσα από τα μεγάφωνα την ανακοίνωση της προσγείωσης. Ξέχασα να σας πω ότι ήξερα και αγγλικά. Ναι, μάλιστα. Και είμαι και πολύ καλός. Όχι όμως τόσο καλός για να καταλαβαίνω τι έλεγε ο κύριος με τη γραβάτα στο κινητό του. Στον ύπνο μου έβλεπα πάντα το χωριό πριν γκρεμιστεί. Πολύ μου άρεσε.Φτάσαμε στο Παρίσι. Φοβερό κρύο. Μου φόρεσαν κάτι ρούχα απίστευτα βαριά. Δεν μπορούσα καθόλου να κουνηθώ. Είχα μια τεράστια απορία μέσα μου. Δεν μου μιλούσαν καθόλου. Δεν μου εξηγούσαν τίποτα. Ούτε που τόλμησα να ρωτήσω κάτι. Πού με πήγαιναν άραγε;Φύγαμε λοιπόν από το αεροδρόμιο και ξεκίνησε η περιήγηση στην μεγάλη αυτή πόλη. Τεράστια κτήρια. Η δική μας πόλη έμοιαζε σαν μικρό χωριό μπροστά σε αυτό το κτήνος. Φτάσαμε σ’ ένα μεγάλο κτήριο που λεγόταν «HOTEL»! Ήξερα ότι εδώ κοιμόταν ο κόσμος που ήταν κουρασμένος από τον δρόμο και δεν είχε πού να πάει. Εκεί, στην είσοδο του ξενοδοχείου, ήταν φωτογράφοι και κάμερες. Χαμός γινόταν. Κάποιον θα περίμεναν... Ήρθε μια ωραία κυρία με κατακόκκινο φόρεμα και με πήρε από το χέρι και βγήκαμε φωτογραφίες. Αυτή η πολύ ωραία κυρία είχε τεράστια στήθη. Ω, πόσο μεγάλα ήταν, σαν ψεύτικα! Μου θύμισε την αγελάδα του μπαμπά. Άραγε πόσο γάλα είχε ή κυρία αυτή;Με αγκάλιασε, με φίλησε και οι υπόλοιποι κύριοι έβγαζαν φωτογραφίες. Δεν μου μίλησε όμως. Καθόλου. Ούτε που μου εξήγησε κάτι, η αλήθεια όμως είναι ότι κι εγώ δεν ρώτησα κάτι. Μόλις οι φωτογράφοι έφυγαν, η κυρία με άφησε μόνο μου και της έφεραν ένα μπλε παχύρρευστο υγρό με το οποίο έπλυνε τα χέρια και τα μπράτσα της. Μάλλον θα είχε πιάσει κάτι βρώμικο. Καλά έκανε και τα έπλυνε. Έτσι έλεγε και η μαμά μου: «Πάντα να πλένεστε όταν πιάνετε κάτι βρώμικο.»Ο κύριος που με συνόδευε από το χωριό μου με πήγε στο δωμάτιό μου. Εκεί μου έφεραν φαγητό. Πολύ φαγητό. Γενικά, στις λίγες ώρες που ήμουν σ’ εκείνη την πόλη, παρατήρησα ότι όλα ήταν πολλά. Πολλά κτήρια, πολλά αυτοκίνητα, πολλή φασαρία, πολλά φώτα. Τίποτα λίγο. Μόνο τα δέντρα και το χώμα. Το πρωί που ξύπνησα και πάλι φαγητό. Πολύ φαγητό. Κάποια στιγμή, καθώς έβλεπα τηλεόραση, μου έφεραν κάτι ρούχα και μου τα φόρεσαν. Ήταν μαύρα και δεν μου άρεσαν καθόλου. Σκέφτηκα προς το παρόν να τους πω ότι δεν μου άρεσαν καθόλου, ότι δεν τα ήθελα. Αλλά το μετάνιωσα αμέσως όταν θυμήθηκα την τελευταία κουβέντα που μου είπε η μαμά μου φεύγοντας με τον κύριο από το σπίτι: «Ό,τι και να σου πουν, ό,τι και να σου ζητήσουν, να το κάνεις χωρίς δεύτερη κουβέντα. Αυτοί θα μας βοηθήσουν τώρα. Υπομονή.»Τα φόρεσα και φύγαμε. Πάλι μέσα στην πόλη χάθηκα στις σκέψεις του χωριού. Πάλι φοβήθηκα. Πάλι δεν μου είπε κανείς τίποτα. Ούτε βέβαια κι εγώ ρώτησα. Φτάσαμε σ’ ένα μεγάλο κτήριο. Φώτα, χαμός πάλι. Κυρίες με τεράστια στήθη. Μπήκαμε από μια μεγάλη πόρτα. Φτάσαμε σε μια τεράστια αίθουσα με πάρα πολλά φώτα. Ήταν πιο δυνατά κι απ’ τον ήλιο. Εκπληκτική ζέστη. Από παντού κρέμονταν φώτα. Κόσμος έτρεχε και φώναζε. Δεν κατάλαβα γιατί, αλλά δεν είχε και πολλή σημασία. Φτάσαμε στο σημείο όπου ήταν πάρα πολλοί άνθρωποι συγκεντρωμένοι. Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και χειροκροτούσαν. Ο κύριος που με συνόδευε θα ήταν πολύ σημαντικός. Όμως αυτός έκανε στην άκρη και με έδειξε. Τότε όλοι χειροκρότησαν πιο δυνατά. Φοβήθηκα, έβαλα τα κλάματα. Τότε είδα και άλλους να κλαίνε. Αν και με λίγη δυσκολία, γιατί τα φώτα με τύφλωναν... Τότε βγήκε έναςάλλος κύριος μαζί με την κυρία με τα μεγάλα στήθη και με πλησίασαν χαμογελαστοί. Δεν τους έβλεπα καθαρά από τα φώτα αλλά μύριζαν πάρα πολύ άσχημα. Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη μυρωδιά. Μετά από δύο μέρες ήρθε η ώρα να μιλήσω.Το ένιωθα ότι θα μου μιλούσαν. Έσκυψε η κυρία και με φίλησε. Με φίλησε και ο κύριος. Πήρε ένα μικρόφωνο στο χέρι η κυρία και με ρώτησε:Τι θα ήθελες πιο πολύ τώρα;Να μου πει κάποιος πού είμαι και γιατί, της είπα.Μα, τώρα που καταστράφηκε το σπίτι σου, δεν θες να μας πεις τι θα ήθελες πιο πολύ; Μα και πριν το σεισμό κατεστραμμένο ήταν. Τι να θέλω; Της απάντησα.Δεν θα μου πεις τελικά;Θα σας πω. Να μου πείτε ακριβώς που είμαι και τι κάνουμε τώρα...Εκεί κάπου άρχισε να μιλάει ο κύριος και είπε ότι θα πηγαίναμε για διαφημίσεις. Ούτε και κατάλαβα πού θα πηγαίναμε, ούτε μου είπαν τίποτα, αλλά ούτε και που ρώτησα. Το μόνο που θυμάμαι ήταν την κυρία να μιλάει άσχημα και να με δείχνει. Μετά άρχισε να πλένεται με ένα παχύρρευστο μπλε υγρό...